Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

ΕΡΕΥΝΑ –Ο ΔΙΠΛΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΥΓ (LUGH) & Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ [ΜΕΡΟΣ Α΄]

Γράφει ο Λεωνίδας Μανιάτης.

Αγαλματίδιο που αναπαριστά την μορφή του
θεού Λουγ (Lugh) της αρχαίας ιρλανδικής
θρησκείας. Μέσα από τους κελτικούς μύθους
που έχουν διασωθεί ως τις ημέρες μας, ο εν λόγω
θεός παρουσιάζεται ως η πιο σημαντική αρσενική
θεότητα ολόκληρης της αρχαίας Ιρλανδικής
θρησκείας. Οι μύθοι όμως που μας μιλούν
γι' αυτόν διίστανται, καθώς ο ένας τον
παρουσιάζει ως έναν μεγάλο ηλιακό θεό που
κατέβηκε στην γη για να βοηθήσει στην μάχη
κατά των γιγαντόσωμων Fomóiri, ενώ ο άλλος
ως έναν μεγάλο ήρωα που πολέμησε για τον λαό
του, οδηγώντας τον στην νίκη. Ωστόσο και οι δύο
μύθοι φαίνεται να έχουν μία περίεργη συγγένεια
με τους αντίστοιχους μύθους των αρχαίων
Ελλήνων, οι οποίοι μιλούν για πρόσωπα και
καταστάσεις πολύ κοντινά στα λεγόμενα και των
δύο ιρλανδικών μύθων. Θα ήταν άραγε δυνατόν
η παρουσία των Μινωιτών και των Μυκηναίων
στην περιοχή των Βρετανικών Νησιών κατά την
εποχή του Χαλκού που αποδεδειγμένα έλαβε
χώρα να ευθύνεται για τις όποιες μυθολογικές
και μυθιστορικές συγγένειες παρουσιάζουν στην
μεταξύ τους σύγκριση οι μύθοι των δύο λαών;

Ε
ίναι δυνατόν δύο παραπλήσιες εκδοχές ενός μύθου να δημιουργηθούν παράλληλα από δύο ξεχωριστούς πολιτισμούς σε δύο διαφορετικά μέρη του κόσμου; Η πιο λογική απάντηση στο ερώτημα είναι πως κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατόν μόνο υπό την προϋπόθεση πως και οι δύο μύθοι αναφέρονται στην ίδια πραγματική ιστορία. Παρά ταύτα, ακόμα και αυτή η υπόθεση δεν μπορεί να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν οι ομοιότητες αυτές να είναι τόσο λεπτομερείς, όσο οι μύθοι που θα εξετάσουμε στην συνέχεια…
Σ
ε προηγούμενα άρθρα μου είχα κάνει ειδική αναφορά στην επίδραση που δέχτηκε ο προϊστορικός πολιτισμός των Βρετανικών Νησιών από τους Μινωίτες, τους Κυκλαδίτες, τους Μυκηναίους, αλλά και τους Αιγυπτίους της εποχής του Χαλκού. Στο πλαίσιο των άρθρων αυτών έχουν εξεταστεί σε μεγάλο βαθμό οι ομοιότητες στην μυθιστορία και την προϊστορία των Βρετανικών Νησιών, καθώς και αυτές που αφορούν τα ταφικά τους μνημεία που τόσο πολύ θυμίζουν τους μινωικούς θολωτούς τάφους. Από τα στοιχεία που παρουσίασα στα άρθρα μου αυτά που φιλοξενούνται σε αυτό το ιστολόγιο, είναι σαφές το γεγονός ότι οι προαναφερθέντες λαοί (και ιδίως οι Μινωίτες) είχαν ασκήσει τεράστια επίδραση στους πολιτισμούς του νησιωτικού συμπλέγματος των Βρετανικών Νήσων και μάλιστα σε πολλούς τομείς. Στην δε μυθολογία των λαών αυτών συναντάμε πολλές ομοιότητες με τους μύθους της αρχαίας Ελλάδας, καθώς και με μυθικά στοιχεία που αναφέρονται στα ομηρικά κείμενα, καθώς και ευθείες αναφορές σε ελληνική και αιγυπτιακή επιρροή στην περιοχή, πολλούς αιώνες πριν την έλευση των Ρωμαίων επί Ιουλίου Καίσαρος στην Μεγάλη Βρετανία.
Α
ν και τα στοιχεία που έχω ήδη δημοσιεύσει είναι εύκολα προσιτά στον καθένα, προτιμώ πριν περάσω στο κυρίως θέμα του άρθρου μου να κάνω μία μικρή ανακεφαλαίωση των πιο σημαντικών, για όσους δεν έτυχε να διαβάσουν τα προηγούμεθα άρθρα μου για το θέμα. Στα Βρετανικά Νησιά η εποχή της γραφής άρχισε πολλούς αιώνες αργότερα απ’ ότι στην Μεσόγειο και ως εκ τούτου η καταγραφή των αρχαίων κελτικών μύθων καθυστέρησε πολύ. Σημαντικότερο κείμενο της ιρλανδικής μυθιστορίας (και μάλιστα ένα από τα αρχαιότερα) είναι το Βιβλίο των Εισβολών (κελτικό όνομα «Lebor Gabála Érenn»). Στο εν λόγω βιβλίο αναφέρεται η πεποίθηση των Ιρλανδών – και των υπόλοιπων κατοίκων των Βρετανικών Νησιών που καθοδηγήθηκαν θρησκευτικά από την Ιρλανδία – ότι δεν ήταν οι πρώτοι που κατοίκησαν το νησί, αλλά πως την μεγαλόνησο κατοίκησαν διαδοχικά επτά διαφορετικές φυλές, η τελευταία εκ των οποίων είναι η φυλή των προγόνων των σημερινών Ιρλανδών. Οι έξι προηγούμενες φυλές και η ιστορία τους, με το πέρασμα των αιώνων καλύφθηκαν από ένα πέπλο θρησκευτικού μυστηρίου και ως ένα βαθμό θεοποιήθηκαν ή δαιμονοποιήθηκαν, ανάλογα με το αν θεωρούνταν καλοί ή κακοί. Μία μόνο απ’ αυτές τις φυλές εμφανίζεται να είναι γηγενής ή τουλάχιστον να μην ήρθε εισβάλοντας και αποικίζοντας την μεγαλόνησο. Πρόκειται για τους Fomóiri, μία φυλή πολεμοχαρών Γιγάντων με κάθε άλλο παρά φιλόξενα συναισθήματα για τους πληθυσμούς που κατέφταναν στο νησί. Οι τρεις πρώτες φυλές που έφτασαν διά θαλάσσης στην Ιρλανδία νικήθηκαν από τους Fomóiri και είτε αφανίστηκαν, είτε έφυγαν από το νησί. Η τρίτη φυλή, μία φυλή που κάποιες πηγές θέλουν να σχετίζεται με την πρωτοϊστορική Ελλάδα αναγκάζεται να φύγει από το νησί και να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα ή να δοκιμάσει και πάλι την τύχη της στα γύρω νησιά. Η τέταρτη και η πέμπτη φυλή που έφτασαν ήταν απόγονοι των τελευταίων, ωστόσο τα μέσα και οι δυνάμεις που κατείχαν ήταν κάθε άλλο παρά ανάλογες. Η τέταρτη φυλή, αυτή των Fir Bolg, που γύρισε από την Ελλάδα κατάφερε να επιβληθεί για λίγο στο νησί, ωστόσο οι συγκρούσεις της με τους Γίγαντες έκαναν εμφανή την ανάγκη βοηθείας. Έτσι κατέφτασε η πέμπτη φυλή, αυτή των Tuatha Dé Danann, το όνομα των οποίων έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με την ελληνική λέξη Δαναοί και σημαίνει «λαός της (θεάς) Dana». Η φυλή αυτή κατείχε «μαγικές» γνώσεις και μέσα που σε πολλά θυμίζουν τις γνώσεις και τα μέσα των ομηρικών Φαιάκων και επανέφερε την ισορροπία μεταξύ γηγενών και αποίκων, ωστόσο διεκδίκησε από τους Fir Bolg την μισή μεγαλόνησο, γεγονός που οδήγησε σε μεταξύ τους ρήξη και στην τελική επικράτηση των Tuatha Dé Danann, οι οποίοι έμελλαν να θεοποιηθούν από την φυλή των Milesians, των προγόνων των σημερινών Ιρλανδών, που θα κατέφτανε στο νησί αρκετά αργότερα.
Ό
πως είναι εμφανές η σύγκρουση των γιών της μεγάλης μητέρας θεάς Dana, το όνομα της οποίας θυμίζει το ελληνικό Δανάη, αλλά σαν έννοια θα μπορούσε να μεταφραστεί στα ελληνικά μόνο ως Ρέα (αφού η σημασία του είναι η Ρέουσα) με τους γιγαντόσωμους Fomóiri φέρνουν στο μυαλό του έστω και ελάχιστα εξοικειωμένου με την ελληνική μυθολογία αναγνώστη σκηνές Γιγαντομαχίας. Από την μία βρίσκονται όντα θεϊκά και ουράνια με δυνατότητες και μέσα πολύ ανώτερα των κοινών ανθρωπίνων και από την άλλη όντα γιγαντιαία και χθόνια που εχθρεύονται τις υπόλοιπες φυλές που φτάνουν στο νησί.
"Ο Όλυμπος: μάχη κατά των Γιγάντων" (1764), έργο του
Francisco Bayeu y Subías. Σύμφωνα με την αρχαία
ελληνική μυθολογία, πριν από πολλά χρόνια έλαβε χώρα
μία τρομερή σύγκρουση ανάμεσα στους Ολύμπιους θεούς του
ουρανού και στους χθόνιους Γίγαντες που εχθρεύονταν την
ανθρωπότητα και τους θεούς της. Στην μάχη αυτή πήραν
μέρος επίσης και ημίθεοι όπως ο Ηρακλής και ο Διόνυσος
που ακόμα δεν είχε γίνει δεκτός ως θεός στον Όλυμπο, αλλά
και θνητοί που τους ακολούθησαν στις μυθικές εκστρατείες
τους κατά των Γιγάντων. Οι μάχες έλαβαν χώρα σε τεράστια
έκταση. Οι αρχαίοι συγγραφείς κατονομάζουν περιοχές στην
Ελλάδα και την Ιταλία όπου υποτίθεται πως έγιναν κάποιες
από εκείνες τις θρυλικές μάχες, με τους αρχαίους Έλληνες να
ρίχνουν το "κέντρο βάρους" της Γιγαντομαχίας στην Ελλάδα
και τους Λατίνους να το ρίχνουν στην Ιταλία. Στην
Μακεδονία ακόμα, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας,
υπήρχε και η πεποίθηση ότι ο Διόνυσος και ο Ηρακλής
εξεστράτευσαν προς Ανατολάς με στόχο να κατανικήσουν
τους Γίγαντες και να ελευθερώσουν την ανθρωπότητα από
αυτούς, φτάνοντας τουλάχιστον μέχρι τις Ινδίες. Οι μάχες
δηλαδή θεωρητικά εκτάθηκαν σε όλον τον κόσμο. Με αυτό
ως δεδομένο δεν θα πρέπει να μας φανεί περίεργο το ότι και
στην ιρλανδική μυθολογία εμφανίζονται συγκρούσεις μεταξύ
γιγαντόσωμων χθονίων θεοτήτων που εχθρεύονται τους
ανθρώπους και της φυλής των θεϊκών παιδιών της θεάς
Dana που ήρθαν κατεβαίνοντας από τον ουρανό. Στους δύο
μύθους υπάρχει ένα κοινό μοτίβο: αυτό της Γιγαντομαχίας.
Το ερώτημα είναι: πρόκειται για μία μινωική ή μυκηναϊκή
επιρροή στην μυθολογία των προϊστορικών Ιρλανδών ή
μήπως για δύο μύθους που αναφέρονται σε μία κοινή
θεοποιημένη ιστορία με πραγματική βάση;
Η
 Γιγαντομαχία υπήρξε το θέμα πολλών Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, μεταξύ των οποίων του Ομήρου, του Απολλοδώρου, του Υγίνου, του Παυσανία και του Νόννου. Στις περισσότερες από τις διηγήσεις αυτές γίνονται αναφορές σε υπερφυσικές συγκρούσεις μεταξύ Γιγάντων και Ολυμπίων που εικάζεται πως έλαβαν χώρα κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Παρά ταύτα πουθενά δεν αναφέρεται με ακρίβεια ότι η έκταση των μυθολογούμενων συγκρούσεων ήταν ακριβώς αυτή, ενώ η αρχαιοελληνική πεποίθηση της εποχής του Μεγάλου Αλεξάνδρου πως ο Διόνυσος και ο Ηρακλής εξεστράτευσαν στην Ανατολή και έφτασαν μέχρι τις Ινδίες στην προσπάθειά τους να ελευθερώσουν την ανθρωπότητα από την μάστιγα των Γιγάντων αποτελεί ένα ισχυρό πειστήριο για το ότι οι αρχαίοι πίστευαν ότι η Γιγαντομαχία εκτάθηκε σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Θ
α μπορούσε όμως ο πόλεμος μεταξύ των Fomóiri από την μία πλευρά και των Tuatha Dé Danann και (δευτερευόντως) των Fir Bolg από την άλλη να σχετίζεται όντως με την ελληνική Γιγαντομαχία; Τα όσα ήδη προαναφέρθηκαν, καθώς και ο πιθανός συσχετισμός της Ιρλανδίας με την μυθική νήσο Υπερεία, απ’ όπου ο μύθος θέλει οι Φαίακες να εκδιώχθηκαν λόγω της εκεί επικράτησης των – επίσης γιγαντόσωμων – Κυκλώπων αποτελούν σημαντικές ενδείξεις για έναν πιθανό συσχετισμό, δεδομένου και του ότι η ελληνική επιρροή στον ιρλανδικό πολιτισμό φαίνεται να υπήρξε ούτως ή άλλως μεγάλη. Παρά ταύτα τα παραπάνω δεν είναι παρά ενδείξεις…
Γ
ια να αναλύσουμε την ύπαρξη περαιτέρω συσχετισμών, θα χρειαστεί να περάσουμε σε μελέτη του ίδιου του πολέμου μεταξύ των μυθικών φυλών της Ιρλανδίας και συγκεκριμένα στην μελέτη της σύγκρουσης που είναι στους Ιρλανδούς γνωστή ως δεύτερη Μάχη της Μόι Τούραχ (Magh Tuiredh). Για την μάχη αυτή πληροφορούμαστε από ένα άλλο αρχαίο ιρλανδικό κείμενο, την δεύτερη από τις Cath Maige Tuired που διηγούνται τις δύο Μάχες της Μόι Τούραχ και οι οποίες προέρχονται από χειρόγραφα του 16ου αιώνα, έχοντας καταγραφεί πρώτη φορά περί τον 9ο μεταχριστιανικό αιώνα.
Φανταστική ζωγραφική απεικόνιση της δεύτερης Μάχης
της Μόι Τούραχ (Magh Tuiredh), κατά την οποία ο θεός
Λουγ οδήγησε την φυλή των τέκνων της θεάς Dana στην
νίκη κατά των γιγαντόσωμων αντιπάλων της που είχαν
συσστρατευτεί υπό την ηγεσία του τερατώδους Μπάλορ.
Η μάχη μεταξύ των υπερφυσικών οντοτήτων προκαλεί
έντονα μία αίσθηση Γιγαντομαχίας, ενώ ο τρόπος που
σκοτώνει ο Λουγ τον γιγαντόσωμο αντίπαλό του θυμίζει
πάρα πολύ τον τρόπο με τον οποίο στην ελληνική
Γιγαντομαχία, ο επίσης ηλιακός θεός Απόλλων
εξουδετέρωσε τον Γίγαντα Εφιάλτη. Η μυθική
ανάμνηση μίας μάχης μεταξύ των θεών του ουρανού
και των γιγαντόσωμων χθονίων θεοτήτων φαίνεται
να αποτελεί τρόπον τινά στοιχείο κοινό της ελληνικής
και της ιρλανδικής μυθολογίας...
Ο
 ιρλανδικός μύθος μιλά για μία μάχη που προκλήθηκε από μία άσχημη κόντρα για την βασιλεία μεταξύ δύο υποψηφίων βασιλέων των Tuatha Dé Danann. Ο Nuada, ο αρχηγός των Tuatha Dé Danann όταν εισέβαλαν στο νησί είχε χάσει το χέρι του στην πρώτη Μάχη της Μόι Τούραχ που είχε προηγηθεί για την επικράτησή τους στην Ιρλανδία και μαζί με αυτό είχε χάσει και το δικαίωμα στον θρόνο, αφού πλέον δεν ήταν αρτιμελής. Τον διαδέχτηκε ο Bres, ο οποίος προσπάθησε να πετύχει την ειρήνη με τους Fomóiri, αλλά τελικά έμεινε γνωστός ως τύραννος των Tuatha Dé Danann. Ο πιο πεπειραμένος γιατρός όμως των Tuatha Dé Danann, μαζί με τον ένα γιο του, καταφέρνουν να αντικαταστήσουν το χέρι του μονόχειρα τέως βασιλέα με ένα ασημένιο κινούμενο σαν φυσικό χέρι, στο οποίο αργότερα προστέθηκε και δέρμα. Μετά από αυτήν την βγαλμένη από ταινία επιστημονικής φαντασίας ιατρική επέμβαση που ούτε καν με την σημερινή τεχνολογία θα μπορούσε να λάβει χώρα, ο τέως βασιλιάς, όντας και πάλι ικανός να κυβερνήσει, σύμφωνα με τους νόμους του λαού του, αποφάσισε να βάλει τέλος στην τυραννία του αντικαταστάτη του και γρήγορα συγκέντρωσε πολλούς οπαδούς. Ο Bres όμως, προκειμένου να μην χάσει τον θρόνο της μεγαλονήσου, καλεί σε βοήθεια τους Fomóiri, τάζοντάς τους κυριαρχία πάνω στους υπόλοιπους λαούς του νησιού. Ο αρχηγός των τελευταίων, ο Μπάλορ (Balor), δέχεται την πρόσκληση του Bres και ξεσηκώνει τους γιγαντόσωμους υποτελείς του εναντίον του στρατού του Nuada. Ο παλιός βασιλιάς των Tuatha Dé Danann πέφτει ηρωικά στην μάχη που μοιάζει χαμένη, μέχρι την στιγμή που ένας φιλόδοξος και άξιος νέος, ονόματι Λουγ (Lugh) αναλαμβάνει το στράτευμα και, αφού φονεύει τον αρχηγό των Fomóiri, καταφέρνει την νίκη και συλλαμβάνει τον προδότη βασιλιά Bres, στον οποίο όμως χαρίζει την ζωή με αντάλλαγμα να διδάξει στον λαό της Ιρλανδίας την γεωργία.
Α
πό τον παραπάνω μύθο πρέπει να επισημανθούν τα εξής σημεία. Πρώτον η ροπή των Tuatha Dé Danann προς την διχόνοια και τον εμφύλιο πόλεμο που προσθετικά μπορεί να αποτελέσει ένδειξη της ελληνικότητας της φυλής, δεδομένου του ότι η ροπή αυτή διαχρονικά ταλάνιζε τους Έλληνες. Δεύτερον ο νόμος ο βασιλιάς να είναι αρτιμελής παραπέμπει άμεσα στο αντίστοιχο ελληνικό συνήθειο που διατηρήθηκε ως τα χρόνια του Βυζαντίου. Τρίτον ο τρόπος και η ιατρική μέθοδος της ίασης του βασιλιά Nuada που είχε χάσει στον πόλεμο το χέρι του παραπέμπει σε μία πολύ προηγμένη ιατρική επιστήμη και τεχνολογία που δύσκολα θα μπορούσε να συμβαδίζει με την κοινωνία της Εποχής του Λίθου ή του Χαλκού. Ως εκ τούτου με ασφάλεια μπορεί να συνδεθεί και με τις άλλες «μαγικές» δυνατότητες των Tuatha Dé Danann που αφορούσαν μεταξύ των άλλων τα ιπτάμενα πλοία τους που κατέβαιναν, σύμφωνα με την ιρλανδική μυθολογία, από τον ουρανό, καλυμμένα σε νεφέλες και σύννεφα… Όσο για την διδασκαλία της γεωργίας, παρακαλώ, κρατήστε την στο μυαλό σας γιατί σύντομα θα επανέλθουμε στο θέμα.
Α
ναφορικά ακόμα με τον αρχηγό των Fomóiri, στον οποίο θα επανέλθουμε και αργότερα, άξιο αναφοράς είναι ότι αναφέρεται ως μονόφθαλμος γίγαντας, το μάτι του οποίου βρισκόταν στο κέντρο του μετώπου του και είχε φονικές ιδιότητες για όποιον το κοιτούσε, όταν ήταν ανοιχτό. Η όλη περιγραφή θυμίζει ένα άλλο μυθολογικό ον, αυτήν την φορά της ελληνικής μυθολογίας και συγκεκριμένα τους Κύκλωπες, κάποιοι εκ των οποίων, όπως ο Πολύφημος στην Οδύσσεια ή οι Κύκλωπες που έδιωξαν τους Φαίακες απ’ την μυθική πατρίδα τους, είχαν εμφανείς εχθρικές διαθέσεις προς το ανθρώπινο γένος.
Τ
ο πρόσωπο κλειδί στην όλη ιστορία της – ας μου επιτραπεί η έκφραση – ιρλανδικής Γιγαντομαχίας είναι ο νεαρός Λουγ, ο οποίος μετά την μάχη θα ανέλθει στον θρόνο του νησιού, θα θεοποιηθεί και θα θεωρείται από τους Ιρλανδούς μέχρι και την εποχή της επικράτησης του Χριστιανισμού ως ο μεγαλύτερος αρσενικός θεός της παλιάς ιρλανδικής θρησκείας, αλλά και των θρησκειών της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Γαλατίας (με ελαφρώς παραλλαγμένο όνομα). Ως εκ τούτου, η μελέτη της ζωής του, μέσα από τις μυθολογικού περιεχομένου ιρλανδικές λογοτεχνικές πηγές θα μπορούσε να διαφωτίσει την όλη υπόθεση και να κάνει εμφανείς τις όποιες ομοιότητες μπορεί να υπήρχαν με τους αντίστοιχους αρχαιοελληνικούς μύθους…
Γ
ια την ζωή του Λουγ και ιδίως αναφορικά με τα παιδικά του χρόνια υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές: μία αμιγώς ιρλανδική και σίγουρα αρχαία και μία από ένα νησάκι βορείως της Ιρλανδίας που ενδεχομένως – αλλά όχι σίγουρα – να είναι μεταγενέστερη ή να έχει δεχθεί αλλοιώσεις. Το ποια από τις δύο αυτές εκδοχές θα πάρει κανείς ως ορθότερη θα παίξει καθοριστική σημασία στο αν η μορφή του Λουγ που, ως ημιθεϊκή, έχει στοιχεία και ανθρώπινα-ηρωικά και θεϊκά θα πρέπει να συσχετιστεί με κάποιο ηρωικό ή κάποιο θεϊκό πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας. Και αυτό συμβαίνει μάλλον επειδή οι μύθοι για την εν λόγω θεότητα αποτελούν κράμα δύο διαφορετικών ιστοριών: μίας μυθιστορικής ενός μεγάλου ανθρώπου, ήρωα του παρελθόντος και μίας αμιγώς θεολογικής, ενός ουράνιου θεού που κατέβηκε στην γη για να βοηθήσει στον αγώνα κατά των Γιγάντων Fomóiri.
Ζωγραφική απεικόνιση του θεού Λουγ εφίππου,
ενώ οδηγεί τον στρατό του πριν από λίγο
πεσμένου στο πεδίο της μάχης βασιλιά Nuada
στην μάχη κατά των γιγαντόσωμων Fomóiri.
Ατρόμητος, είτε ως ηλιακός θεός, είτε ως
μεγάλος ήρωας που πολεμάει για τον λαό του,
κραδαίνοντας το θεϊκό του όπλο, ο Λουγ
γίνεται ο απελευθερωτής των κατοίκων της
προϊστορικής Ιρλανδίας από τους μυθικούς
τοπικούς Γίγαντες, όπως ακριβώς οι αρχαίοι
Έλληνες θεοί φέρονται να έκαναν σε όλο τον
κόσμο κατά την Γιγαντομαχία. Μήπως όμως,
αν συχετίσουμε το όνομα της μυθικής
φυλής των τέκνων της θεάς Dana, των
Tuatha Dé Danann, με την ομηρική ονομασία
Δαναοί, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα
ότι ο μύθος αυτός αναφέρεται σε μία
παρέμβαση των Μινωιτών ή των Μυκηναίων
της εποχής του Χαλκού στην ιρλανδική
μεγαλόνησο που έπαιξε σημαντικό ρόλο
στην μετέπειτα ιστορία του νησιού;
Ό
πως και να ‘χει, εμείς θα αναλύσουμε πρώτα την εκδοχή που αντλούμε από την διήγηση της δεύτερης Μάχης του Μόι Τούραχ και από το Βιβλίο των Εισβολών. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, ο Λουγ είναι γιος του Cian των Tuatha Dé Danann και της Έθνι (Ethniu) των Fomóiri που είχαν παντρευτεί στα πλαίσια της προσπάθειας να έρθουν πιο κοντά οι δύο φυλές. Ωστόσο το πείραμα απέτυχε και ο πατέρας ανέθεσε την φροντίδα και την ανατροφή του γιού του στην θεά Tailtiu που ανήκε στην φυλή των Fir Bolg. Έτσι ο Λουγ μυήθηκε και στους τρεις διαφορετικούς πολιτισμούς και έγινε ο πλέον κατάλληλος για βασιλιάς όλης της Ιρλανδίας. Παράλληλα έγινε άξιος σε πολλά πράγματα στα οποία συγκαταλέγονταν η μουσική έγχορδων οργάνων, η ποίηση, ο αθλητισμός, η ρήψη του ακοντίου, η τέχνη του πολέμου και η χρήση του σε αυτόν όπλων όπως το ακόντιο, η σφεντόνα και το ξίφος, αλλά και η θεϊκή «μαγεία» των Tuatha Dé Danann. Αφού μετέβη στην πρωτεύουσα του νησιού, την πόλη Tara, με την αξία του και την επιμονή του κατάφερε να διεισδύσει στην αυλή του βασιλιά Nuada, όχι τόσο χάριν κάποιου συγκεκριμένου ταλέντου του, όσο χάριν της δυνατότητάς του να έχει τόσο πολλά ταλέντα ταυτόχρονα. Στην μεγάλη μάχη που ακολούθησε εναντίον της στρατιάς των Fomóiri του Bres και του Μπάλορ, κατάφερε να σκοτώσει τον τελευταίο πετυχαίνοντάς τον στο μοναδικό του μάτι και να χαρίσει την νίκη στην παράταξή του. Ωστόσο ο βασιλιάς Nuada είχε πέσει στην μάχη και, ως εκ τούτου ο Λουγ ήταν ο πλέον κατάλληλος για να ανέβει στον θρόνο, όπου θα έμενε για τα επόμενα σαράντα χρόνια της ζωής του. Στην κατοχή του θα είχε μία σειρά από θεϊκά όπλα, ένα ιπτάμενο πλοίο σαν αυτά με τα οποία οι Tuatha Dé Danann ήρθαν στην Ιρλανδία το οποίο ονομαζόταν Sguaba Tuinne και μπορούσε να κυβερνήσει μόνο του τον εαυτό του (όπως και τα πλοία των Φαιάκων στην Οδύσσεια του Ομήρου), καθώς και ένα ιπτάμενο άλογο που ήταν δώρο του θεού της θάλασσας Manannán mac Lir και που άκουγε στο όνομα Enbarr. Ακόμα θέσπισε μία μεγάλη θερινή γιορτή, το Λούγνασαντ (Lughnasadh), μία γιορτή που περιλάμβανε θρησκευτικές τελετές, θυσία ταύρου και αφιέρωση των πρώτων καρπών της γης στον θεό (έθιμο στην ανάλυση του οποίου θα επανέλθω μελλοντικά με άλλο μου άρθρο), αλλά που έμεινε γνωστή για τους Αγώνες της Tailtiu που λάμβαναν χώρα για να τιμήσουν την μνήμη της αποθανούσης θετής του μητέρας στην περιοχή που ως σήμερα φέρει το όνομά της, το ιρλανδικό Telltown. Ανάμεσα στα αθλήματα των Αγώνων συγκαταλέγονταν το άλμα εις ύψος, το άλμα εις μήκος, ο δρόμος, η πάλη, η πυγμαχία, το ακόντιο, η ξιφασκία, η τοξοβολία, η κολύμβηση, η ιππασία και η αρματοδρομία, ενώ παράλληλα λάμβαναν χώρα και άλλου είδους διαγωνισμοί μουσικής, χορού, διήγησης ιστοριών και άλλων τεχνών.
Η
 ιστορία του Λουγ, όπως μας παραδίδεται από τα αρχαία ιρλανδικά κείμενα, αν εξεταστεί σωστά, είναι εμφανές ότι παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας. Εκτός από αυτά που έχουμε ήδη επισημάνει, όπως η ιδιότητα του ιπτάμενου πλοίου του Λουγ να κυβερνά τον εαυτό του που θυμίζει τα πλοία των Φαιάκων της ομηρικής διήγησης, αλλά και την ομοιότητα ως προς τον χαρακτήρα της μάχης μεταξύ ουρανίων θεοτήτων και χθονίων Γιγάντων με την ελληνική Γιγαντομαχία, υπάρχουν και άλλα σημαντικά στοιχεία που κανείς μπορεί να αντλήσει από το κείμενο.
Ο
 Enbarr για παράδειγμα, το ιπτάμενο άλογο του θεού μοιάζει πάρα πολύ με τον ελληνικό Πήγασο, ενώ όπως ο Enbarr δόθηκε στον Λουγ από τον θεό της θάλασσας, Manannán mac Lir, έτσι και ο Έλληνας θεός που σχετιζόταν με την γέννηση του Πήγασου ήταν ο Ποσειδώνας που επίσης ήταν θεός της θάλασσας, πράγμα που, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ένα φτερωτό άλογο δεν θα μπορούσε να σχετίζεται – άμεσα τουλάχιστον – με το θαλάσσιο στοιχείο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ενδεχομένως η ταύτιση των δύο ιπταμένων αλόγων να οφείλεται σε μία πανάρχαια κοινή μυθική παράδοση. 
File:Fireworks at the First Tailteann Games August 15, 1924.jpg
Croke Park, Δουβλίνο, 15 Αυγούστου 1924.
Τα πυροτεχνήματα που φαίνονται στην εν λόγω φωτογραφία
να φωτίζουν τις αθλητικές εγκαταστάσεις του Croke Park,
στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, αποτέλεσαν μέρος της μεγάλης
αθλητικής εκδήλωσης των πρώτων νέων Αγώνων της Tailtiu.
Η μεγάλη αθλητική γιορτή, ακριβώς όπως και οι σύγχρονοι
Ολυμπιακοί Αγώνες, είχε τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Οι
αρχαίοι Αγώνες, γνωστοί ως Aonach Tailteann, ήταν μία
πανάρχαια ιρλανδική παράδοση, η θεσμοθέτηση της οποίας
αποδίδεται στον ίδιο τον θεό-ήρωα Λουγ, ο οποίος φαίνεται
να τους διοργάνωσε προς τιμήν της αποθανούσης θετής του
μητέρα Tailtiu στην περιοχή Telltown της Ιρλανδίας. Τα
πανάρχαια όμως αθλήματα που λάμβαναν χώρα στους εν
λόγω αγώνες με ελάχιστες εξαιρέσεις είναι τα ίδια ακριβώς
αθλήματα τα οποία περιελάμβαναν οι μεγάλες αθλητικές
γιορτές της αρχαίας Ελλάδας, όπως τα Ολύμπια και τα Πύθια.
Ακόμα οι αρχαίοι εορτασμοί περιελάμβαναν μουσικούς και
φωνητικούς διαγωνισμούς, καθώς και διαγωνισμούς έργων
τέχνης, κάτι που γινόταν επίσης στα αρχαία ελληνικά Πύθια,
την μεγάλη γιορτή που γινόταν προς τιμήν του θεού
Απόλλωνα. Θα μπορούσαν άραγε να σχετίζονται μεταξύ
τους  οι αθλητικές παραδόσεις των δύο λαών αλλά και
οι μύθοι που σχετίζονται με την δημιουργία τους; 
Α
κόμα η διεξαγωγή αθλητικών αγώνων, σαν αυτούς που διοργάνωσε, κατά τον μύθο, ο θεός Λουγ, για να τιμήσουν την μνήμη ενός νεκρού – στην προκειμένη περίπτωση της θετής του μητέρας – φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με την αρχαία ελληνική παράδοση όπου επίσης οι θάνατοι επιφανών ανθρώπων ακολουθούνταν από αθλητικούς αγώνες που αποσκοπούσαν στο να τιμηθεί ο νεκρός.
Η
 δε φύση των Αγώνων της Tailtiu και τα περισσότερα από τα αγωνίσματα που λάμβαναν χώρα σε αυτά μοιάζουν να έχουν άμεση σχέση με τις μεγάλες αθλητικές γιορτές της αρχαίας Ελλάδας, όπου επίσης διεξάγονταν τα αγωνίσματα αυτά για να τιμήσουν τους θεούς. Και αν βέβαια το μυαλό κάποιων πηγαίνει απευθείας στα αρχαία Ολύμπια, απ’ όπου και κατάγονται οι σημερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες, είναι γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα λάμβαναν χώρα και άλλες ανάλογες αθλητικές γιορτές, όπως τα Νέμεα και τα Ίσθμια. Και μεταξύ αυτών, μία άλλη γιορτή που παρουσιάζει ακόμα περισσότερες ομοιότητες με την γιορτή των αρχαίων Ιρλανδών· τα Πύθια, όπου εκτός από τους αθλητικούς αγώνες, λάμβαναν χώρα και μουσικοί αγώνες, αλλά και διαγωνισμοί στις εικαστικές τέχνες. Και αυτό μας θυμίζει ακόμα περισσότερο το ιρλανδικό παράδειγμα… Και όσο για τα λίγα αθλήματα των αρχαίων Ιρλανδών (π.χ. ξιφασκία) και τα λίγα αθλήματα των αρχαίων Ελλήνων (π.χ. δισκοβολία) που δεν είναι κοινά μεταξύ των αθλητικών εκδηλώσεων των δύο λαών θα μπορούσαν να είναι αθλήματα που είχαν προστεθεί σε ένα κοινό πρότυπο.
Πάνω: αεροφωτογραφία της κοιλάδας του
ποταμού Boyne, στην Ιρλανδία, όπου είναι
εμφανής (πάνω αριστερά) η θέση του λόφου
της προϊστορικής πόλης Tara.
Κάτω: τρισδιάστατη αναπαράσταση των Google
Maps της νότιας ακτογραμμής της δυτικής
Κρήτης (νομός Χανίων), όπου φαίνεται (δεξιά)
το ύψωμα πάνω στο οποίο ήταν χτισμένη η
αρχαία πόλη Τάρρα που έγινε γνωστή στον
αρχαίο κόσμο κατά την Κλασική Εποχή, αλλά
ενδεχομένως και να υπήρχε οικισμός εκεί και
κατά τα μινωικά χρόνια.
Υπάρχει άραγε πιθανότητα τα ονόματα των δύο
οικισμών να έχουν κάποια ετυμολογική
συγγένεια; Και, αν ναι, τι θα μπορούσε κάτι
τέτοιο να μας πει για την επιρροή των Μινωιτών
στην προϊστορική Ιρλανδία;
Ό
σο για την πρωτεύουσα της Ιρλανδίας τον καιρό εκείνο, την αρχαία πόλη Tara που βρίσκεται στα δυτικά του νησιού πάνω στον ομώνυμο λόφο και που τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν πως υπήρχε τουλάχιστον από το δεύτερο ήμισυ της 4ης προχριστιανικής χιλιετίας και χρησιμοποιείτο μέχρι και τον 5ο αιώνα προ Χριστού, οι αρχαίοι ιρλανδικοί μύθοι αναφέρουν ότι ήταν ο οικισμός στον οποίο ο ανώτερος άρχων της Ιρλανδίας, κατά την παράδοση της μεγαλονήσου, έπαιρνε τον τίτλο του Ανωτέρου Βασιλέως της Ιρλανδίας («High King of Ireland» στα αγγλικά ή «Ard-Rí na hÉireann» στα ιρλανδικά). Η παράδοση αυτή αρχίζει ήδη από την εποχή των Fir Bolg, ενώ συνεχίζεται από τους Tuatha Dé Danann, τους Milesians και τους Ιρλανδούς απογόνους τους της ιστορικής πλέον περιόδου, μέχρι την εποχή της εισβολής των Νορμανδών στο νησί, τον 12ο αιώνα μετά Χριστόν. Ενδιαφέρον όμως είναι το γεγονός ότι στην κρητική μεγαλόνησο, στην Ελλάδα, υπήρξε μία πόλη με το ηχητικά παραπλήσιο όνομα Τάρρα. Η πόλη αυτή, γνωστή κυρίως κατά την Κλασική Εποχή ως κέντρο λατρείας του Απόλλωνα, είναι χτισμένη πάνω σε έναν παραθαλάσσιο λόφο. Ο αρχαίος αυτός οικισμός του νομού Χανιών, στην νότια ακτογραμμή της μεγαλονήσου είναι αβέβαιο το πότε ακριβώς δημιουργήθηκε. Κάποιοι θεωρούν ότι πρόκειται για μία πόλη της Κλασικής ή της Αρχαϊκής Περιόδου, ωστόσο η μη απόδειξη του αντιθέτου, καθώς και η ετυμολογία του ονόματος της πόλης, δεν καθιστά απίθανό ο οικισμός να υπήρχε – και μάλιστα με αυτό το όνομα – ήδη κατά τα μινωικά χρόνια. Αν αυτό αληθεύει, τότε δεν θα ήταν απίθανο τα ονόματα των δύο πόλεων, της ιρλανδικής και της κρητικής να έχουν ετυμολογική συγγένεια. Και οι πιθανότητες κάτι τέτοιο να ισχύει αυξάνονται από το γεγονός ότι η αρχαιολογική έρευνα έχει επικεντρωθεί περισσότερο στα κεντρικά και τα ανατολικά του νησιού και όχι τόσο στα δυτικά του, όπου βρίσκεται και ο εν λόγω οικισμός. Ακόμα αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι η κρητική πόλη Τάρρα υπήρξε σημαντικότατο θρησκευτικό κέντρο της ελληνικής φυλής των Δωριέων, αυτό θα συνηγορούσε υπέρ της πιθανής σύνδεσης μεταξύ των Δωριέων που φαίνεται ότι εργάζονταν ως υποτελείς των Αχαιών κατά την Μυκηναϊκή εποχή – πριν τους ανατρέψουν – και των μυθικών Fir Bolg των Ιρλανδών οι οποίοι έφυγαν από την Ελλάδα για να μπορέσουν να ζήσουν ελεύθεροι και έχτισαν την ιρλανδική Tara την ίδια εποχή που στα Βρετανικά Νησιά, όπως έχω αναλύσει σε άλλο μου άρθρο, άρχισαν να χτίζονται ταφικά μνημεία, όλο και πιο κοντινά προς τους μινωικούς θολωτούς τάφους…
Π
αρά τα παραπάνω στοιχεία όμως που φαίνεται να συνδέουν τους μύθους της προϊστορικής Ιρλανδίας με την μυθιστορία της πρωτοϊστορικής Ελλάδος, πολλοί θα σπεύσουν να παρατηρήσουν το εξής· ότι στην ελληνική μυθολογία και κοσμογονία, οι Ολύμπιοι πολέμησαν Τιτάνες και Γίγαντες και δεν επεδίωκαν να έχουν μεταξύ τους ειρηνικές σχέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα θεό δεύτερης γενιάς από μητέρα του γένους των Τιτάνων ή των Γιγάντων. Όμως σχεδόν κανένας κανόνας δεν υπάρχει που να μην έχει εξαιρέσεις… Από τους δώδεκα θεούς του αρχαίου ελληνικού πανθέου ή ορθότερα από τους έξι άντρες θεούς (ή τους επτά, αν συνυπολογίσει κανείς τον Διόνυσο αντί της Εστίας) που βρίσκονταν σε αυτό, ποιος είναι αυτός που θα μπορούσε καλύτερα να ταιριάζει στην παραπάνω αναφορά ότι υπήρξε παιδί Ολυμπίου και Γίγαντα – ή έστω Τιτάνα; Ο Δίας και ο Ποσειδώνας ήταν θεοί πρώτης γενιάς και άρα αποκλείονται. Το ίδιο και ο Άρης και ο Ήφαιστος που είναι παιδιά Ολυμπίων και από την πλευρά του πατέρα τους και από την πλευρά της μητέρας τους. Ακόμα πρέπει να αποκλειστεί και ο Διόνυσος, ο γιος του Διός, του οποίου η μητέρα ήταν θνητή και ο οποίος κατάφερε να ανέλθει στο επίπεδο του θεού, παρά την ανθρώπινη καταγωγή του. Οι υπόλοιποι δύο θεοί που μένουν, ο Ερμής και ο Απόλλων όμως, σχετίζονται με την τεκνογονία ενός Ολυμπίου θεού, του Δία, αλλά και δύο γυναικών με καταγωγή από τους Τιτάνες, την Μαία και την Λητώ αντίστοιχα. Ας σημειωθεί όμως ότι ο μεν Ερμής ήταν γιος της Μαίας, μιας από της Πλειάδες, τις κόρες του Άτλαντα που ήταν όμως εγγονές της πρώτης γενιάς των Τιτάνων, ενώ ο Απόλλων ήταν γιος της Λητούς που ήταν κόρη του Τιτάνα Κόιου, τον οποίο όμως κάποιες αρχαίες πηγές συγκαταλέγουν και ανάμεσα στους Γίγαντες.
Δ
εδομένης της εγγύτητας της γενιάς της Λητούς με τους αρχικούς Τιτάνες, αλλά και του πιθανού συσχετισμού του Κόιου με το γένος – ή έστω με την παράταξη – των Γιγάντων, θα ήταν πιθανό να ήταν ο γιος της ο Απόλλων ο πιο πιθανός Έλληνας θεός για το αντίστοιχο του θεού Λουγ των Ιρλανδών. Ωστόσο ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ασφαλές, αν δεν υπάρχουν κοινά στοιχεία μέσα απ’ τις μυθολογίες των δύο λαών που να επιβεβαιώνουν την σύνδεση των δύο θεοτήτων.
Τ
έτοια στοιχεία μπορεί να είναι τα παρακάτω. Πρώτον το ότι ο Λουγ ήταν άριστος γνώστης της μουσικής και ήξερε να παίζει έγχορδα μουσικά όργανα, όπως ακριβώς και ο Απόλλων ήταν θεός της μουσικής και έπαιζε την λύρα του. Έπειτα το ότι οι Αγώνες που ίδρυσε ο Λουγ στην Ιρλανδία είναι τόσο παραπλήσιοι με τα αρχαία ελληνικά Πύθια που υποτίθεται ότι είχε ιδρύσει ο Απόλλων. Ύστερα το γεγονός ότι και ο Απόλλων, ακριβώς όπως ο Λουγ, έλαβε μέρος στην μάχη κατά των Γιγάντων και αφάνισε τον Γίγαντα Εφιάλτη, χτυπώντας τον στο μάτι, ενώ στην προσπάθειά του να προστατεύσει την μητέρα του, πριν την Γιγαντομαχία, σκότωσε και τον Γίγαντα Τιτυό, κάτι που θα μπορούσε να συνδέεται με την άλλη εκδοχή του μύθου του Λουγ που θα μελετήσουμε στην συνέχεια σύμφωνα με την οποία ο γιγαντόσωμος Balor κράταγε την μητέρα του φυλακισμένη. Τέλος, ο Απόλλων ήταν γιος του Διός, ενώ ο Λουγ, αν και δεν ήταν γιος κάποιου θεού το όνομα του οποίου ήταν παραπλήσιο προς τον Δία των Ελλήνων, ήταν εγγονός από την πλευρά του πατέρα του ενός θεού που άκουγε στο όνομα Ντίαν Κεχτ (Dian Cécht), πράγμα που δεν θα μπορούσε από μόνο του να σημαίνει κάτι, αλλά που προσθετικά θα μπορούσε να αποτελεί ένα δευτερεύον μεν, αλλά υπαρκτό στοιχείο ταύτισης.
Detail from an Athenian red-figure clay vase, about 525-475 BC. Rome, Museo Gregoriano Etrusco Vaticano 16568
Λεπτομέρεια από ερυθρόμορφη αττική υδρία που βρίσκεται
στο Museo Gregoriano Etrusco Vaticano που απεικονίζει τον
φτερωτό τρίποδα με τον οποίο ο θεός Απόλλων που
εικονίζεται να κάθεται σε αυτόν παίζοντας την λύρα του
ταξίδευε, κατά τον μύθο, κάθε χρόνο στην νήσο των
Υπερβορείων, όπου και παρέμενε για έξι μήνες. Κάτω από
το ιπτάμενο όχημα (;) εικονίζεται η στάθμη της θάλασσας και
δελφίνια που πηδούν έξω απ' το νερό. Πέραν του ότι ο
συσχετισμός, μέσα από τα κείμενα του Πυθέα του
Μασσαλιώτη και του Εκαταίου του Αβδηρίτη του μυθικού
λαού των Υπερβορείων με τους κατοίκους της προϊστορικής
Ιρλανδίας θα μπορούσε να φέρει πολύ πιο κοντά τον
Απόλλωνα των Ελλήνων και των θεό Λουγ των Ιρλανδών,
ας σημειωθεί πως το όχημα πάνω στο οποίο ταξιδεύει στους
ουρανούς ο θεός Απόλλων δεν διαφέρει πολύ απ' τις
περιγραφές των ιπτάμενων πλοίων της μυθικής φυλής των
Tuatha Dé Danann που οι Ιρλανδοί ήθελαν να κατεβαίνουν
απ' τον ουρανό, τυλιγμένα σε νεφέλες...
Κ
αι σε όλα τα παραπάνω ας προστεθεί και το συμπέρασμα που είχε προκύψει από το παλαιότερο άρθρο μου για την απόκρυφη Ιστορία των Βρετανικών Νησιών, σύμφωνα με το οποίο, ο λαός των Υπερβορείων στον οποίο αναφέρονται στα έργα τους ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης και ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης – ο καθένας εξάγοντας τα συμπεράσματά του από τελείως διαφορετικές πηγές – ήταν ο λαός που κατοικούσε τον καιρό εκείνο στην προϊστορική Ιρλανδία. Αν συνυπολογίσουμε αυτό το στοιχείο καθώς και το άλλο που θέλει τον Απόλλωνα να ταξιδεύει για έξι μήνες κάθε χρόνο στην νήσο των Υπερβορείων, οι οποίοι υπήρξαν λάτρεις του, τότε θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα ο θεός Λουγ των Ιρλανδών και ο θεός Απόλλων των Ελλήνων ήταν η ίδια θεότητα – ή έστω ότι προήλθαν από μία πανάρχαια κοινή μυθολογική παράδοση των δύο λαών…
Α
κόμα, τον Απόλλωνα με τον θεό Λουγ συνδέει και η σχετική αναφορά για την νήσο των Υπερβορείων του Εκαταίου του Αβδηρίτη που διασώθηκε μέσα από την Ιστορική του Βιβλιοθήκη του Διοδώρου του Σικελιώτη: «μυθολογοῦσι δ´ ἐν αὐτῇ τὴν Λητὼ γεγονέναι• διὸ καὶ τὸν Ἀπόλλω μάλιστα τῶν ἄλλων θεῶν παρ´ αὐτοῖς τιμᾶσθαι» (Διόδωρος Σικελιώτης, στορικ Βιβλιοθήκη, 2.47). Από το μικρό αλλά περιεκτικό αυτό χωρίο γίνεται εμφανές ότι και ο Απόλλων λατρευόταν στην γη των Υπερβορείων, αλλά και ότι η Λητώ, η μητέρα του, καταγόταν από αυτό, ενώ υπονοείται σαφώς και η ύπαρξη λατρείας της Λητούς στο νησί. Αν συνυπολογίσουμε το νέο αυτό στοιχείο και αναζητήσουμε το αντίστοιχό του στα όσα ήδη αναφέραμε, δεν θα δυσκολευτούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η διπλή λατρεία του θεού Λουγ και της (θετής) του μητέρας Tailtiu δεν απέχει και πολύ από την διπλή λατρεία του Απόλλωνα και της Λητούς στο νησί, την οποία υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης, μέσα από την αντιγραφή του έργου του από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη.
Ό
λα όσα προαναφέρθηκαν συνηγορούν στην ταύτιση μεταξύ των δύο θεοτήτων του φωτός, του θεού Λουγ των Ιρλανδών και του θεού Απόλλωνα των Ελλήνων. Ωστόσο, υπάρχει και η δεύτερη εκδοχή του μύθου του θεού Λουγ, η οποία διαφοροποιείται από την πρώτη και παραπέμπει σε έναν άλλο αρχαίο ελληνικό μύθο που αντανακλά την ηρωική-ανθρώπινη και όχι την θεϊκή φύση του Λουγ.

...και έπεται συνέχεια στο Β΄ μέρος του άρθρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου