Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

ΕΡΕΥΝΑ - Ο ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΙΚΩΝ ΝΗΣΙΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ [Α΄ ΜΕΡΟΣ (ΟΥΑΛΙΑ, ΣΚΩΤΙΑ & ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗ)]

Γράφει ο Λεωνίδας Μανιάτης.

Υ
Χάρτης της περιοχής των Βρετανικών Νήσων,
κατασκευασμένος το 1490 με βάση της γεωγραφικές
πληροφορίες που διέσωσε από προγενέστερες γεωγραφικές
πηγές ο Κλαύδιος Πτολεμαίος στην "Γεωγραφία" του τον
2ο μεταχριστιανικό αιώνα. Μέχρι την εποχή της ρωμαϊκής
κατάκτησης του νοτίου τμήματος της Μεγάλης Βρετανίας,
η περιοχή των Βρετανικών Νήσων είχε μείνει σχετικά
αποκομμένη από τους πολιτισμούς της νότιας Ευρώπης
για πολλούς αιώνες. Τους καιρούς εκείνους, στα εδάφη των
Βρετανικών Νησιών υπήρχε ένας ξεχωριστός κελτικός
πολιτισμός που δημιούργησε πληθώρα μεγαλιθικών
μνημείων, βάσισε την οικονομία του στην εξαγωγή του
βρετανικού κασσιτέρου και, όταν ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης
τον επισκέφτηκε, κατάφερε να αποκομίσει από εκείνον την
εντύπωση ενός αξιόλογου πολιτισμού του βορρά. Ως εκ
τούτου, αξίζει κανείς ν' ασχοληθεί με τον πολιτισμό αυτό
και με τα μυστικά του που περιμένουν να τα ανακαλύψουμε...
πάρχει στις ημέρες μας η αντίληψη ότι ο πολιτισμός στην απώτατη αρχαιότητα ήταν ένα φαινόμενο που παρουσιάστηκε αποκλειστικά στις περιοχές πέριξ της Μεσογείου θαλάσσης και που αργά και σταδιακά μεταλαμπαδεύτηκε στον υπόλοιπο κόσμο. Οι λόγοι που υπάρχει η αντίληψη αυτή είναι πασίγνωστοι και τα ονόματά τους είναι Αίγυπτος, Σουμερία, Ελλάδα και Ρώμη. Οι τέσσερεις αυτοί πολιτισμοί, ο ένας μετά τον άλλον, κατάφεραν να κρατήσουν το επίκεντρο της παγκόσμιας ιστορίας του αρχαίου κόσμου στην περιοχή της Μεσογείου. Αλλά το ότι το επίκεντρο της αρχαίας ιστορίας βρισκόταν τότε στην Μεσόγειο δεν σήμαινε ότι αξιόλογοι πολιτισμοί δεν εμφανίστηκαν και σε μέρη πιο απομακρυσμένα από την μεσογειακή «μήτρα» που έμοιαζε τότε να είναι το κέντρο του κόσμου.
Ό
πως, για να αναφέρω το πιο γνωστό ίσως παράδειγμα, στην μακρινή Ινδία αναπτύχθηκε πολιτισμός αξιόλογος παράλληλα με τους προϊστορικούς πολιτισμούς της Μεσογείου, έτσι και αλλού πολιτισμοί υπήρξαν. Το ερώτημα όμως είναι γιατί οι γνώσεις μας για τους περισσότερους από αυτούς είναι τόσο περιορισμένες; Για ποιον λόγο στοιχεία σημαντικά για την ανθρώπινη ιστορία μένουν ξεχασμένα στα παλιά βιβλία ή ακόμα και στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων μας, υπό την προϋπόθεση πάντα πως κι αυτά έχουν ποτέ καταγραφεί;
Ό
ποια και να ‘ναι η απάντηση στα παραπάνω, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ακόμα και στην ίδια την Ευρώπη υπάρχουν κομμάτια της Ιστορίας που χάνονται στο σκοτάδι και που πρέπει κάποια στιγμή να διαλευκανθούν. Για παράδειγμα θα αναφέρω τον πολιτισμό με τον οποίο και θα ασχοληθούμε στην συνέχεια του άρθρου αυτού· τον πολιτισμό εκείνο που άνθισε παράλληλα με τον δικό μας Μινωικό πολιτισμό στις βορειοδυτικές εσχατιές της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Ή
δη σε κάποιο προηγούμενο άρθρο που φιλοξενείται σε αυτό εδώ το ιστολόγιο σχετικά με τους αναλογικούς υπολογιστές της αρχαιότητας, γίνεται αναφορά στο ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι, την εποχή που στην Κρήτη άνθιζε ο Μινωικός πολιτισμός, υπήρχαν επαφές των Μινωιτών με τους αρχαίους κατοίκους των Βρετανικών Νησιών. Οι επαφές αυτές γίνονταν με σκοπό την εισαγωγή κασσιτέρου, ενός μετάλλου πολύ χρήσιμου για τους αρχαίους Έλληνες της εποχής του Χαλκού. Αφού εισήγαγαν το εν λόγω μετάλλευμα, αναμειγνύοντάς το με χαλκό, παρήγαγαν τον μπρούτζο με τον οποίο κατασκεύαζαν τα όπλα και κάποια εργαλεία τους. Χάριν της εισαγωγής από τα Βρετανικά Νησιά του κασσιτέρου άλλωστε, αυτά αποκόμισαν από τον Ηρόδοτο την ονομασία Κασσιτερίδες Νήσοι (Θάλεια, 105).
Ω
ς αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, της επαφής αυτής, υπήρξε και η ύπαρξη σημαντικών ομοιοτήτων μεταξύ των αρχαίων αναλογικών υπολογιστών της μινωικής Κρήτης (οι υπολογιστές αυτοί υπήρξαν πρόγονοι του Μηχανισμού των Αντικυθήρων) και των βρετανικών μεγαλιθικών μνημείων, όπως το πασίγνωστο ανά την Υφήλιο Στόουνχετζ (Stonehenge). Πραγματικά, αν εξαιρέσει κανείς την κλίμακα των μεγεθών και το υλικό κατασκευής, οι ομοιότητες όσον αφορά την λειτουργία και την αστρονομική χρήση του Στόουνχετζ και των μινωνικών αναλογικών υπολογιστών, είναι εκπληκτικές.
Ω
στόσο, ο προϊστορικός βρετανικός πολιτισμός έχει να επιδείξει και άλλα σημαντικά πράγματα, ενώ παράλληλα και οι ομοιότητές του με τον πρωτοϊστορικό ελληνικό πολιτισμό (Κυκλαδικός, Μινωικός, Ελλαδικός και Μυκηναϊκός πολιτισμός) είναι σημαντικές.

Γ
ια να προσεγγίσουμε ωστόσο την κατάσταση που επικρατούσε στα Βρετανικά Νησιά, θα πρέπει αρχικά να αναλύσουμε κάποια πράγματα που, αν και για τους κατοίκους του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούνται αυτονόητα, σε πολλούς άλλους λαούς προκαλούν σύγχυση. Όταν μιλάμε για προϊστορικά Βρετανικά Νησιά σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για αγγλική ιστορία. Τα αγγλοσαξονικά φύλα επέδραμαν και εγκαταστάθηκαν στο νοτιοανατολικό τμήμα της Μεγάλης Βρετανίας περί το 400 μετά Χριστόν, λίγο μετά την εποχή του θρυλικού βασιλιά Αρθούρου και παράλληλα με την κατάρρευση της ρωμαϊκής διοίκησης της Μεγάλης Βρετανίας. Πριν την έλευση των αγγλοσαξονικών φύλων και πριν την ρωμαϊκή κατάκτηση της περιοχής επί Ιουλίου Καίσαρος, τον πρώτο προχριστιανικό αιώνα, στα Βρετανικά Νησιά κατοικούσαν μόνο πληθυσμοί κελτικής καταγωγής. Οι Κέλτες των βρετανικών νησιών χωρίζονταν σε πολλές φυλές. Οι κυριότερες εξ αυτών που υπάρχουν ακόμα και σήμερα είναι οι Ουαλοί, οι Σκωτσέζοι και οι Ιρλανδοί.
Ο
ι κελτικές φυλές των Βρετανικών Νησιών, ασχέτως του αν και του κατά πόσον επηρεάστηκαν από εξωγενείς παράγοντες, δημιούργησαν στην περιοχή τον δικό τους πολιτισμό, ο οποίος φαίνεται να έφτασε στο αποκορύφωμά του μεταξύ τέταρτης και τρίτης χιλιετίας προ Χριστού. Ο πολιτισμός αυτός είχε την δική του γλώσσα, την κελτική που χωριζόταν σε πολλές τοπικές διαλέκτους. Ο πολιτισμός αυτός είχε επίσης την δική του θρησκεία, μία θρησκεία διακριτή τόσο από την αρχαία ελληνορωμαϊκή θρησκεία, όσο και από την σκανδιναβική και γερμανική μυθολογία. Η αρχαία ιρλανδική θρησκεία που φαίνεται να αποτελούσε την βάση των θρησκευτικών πεποιθήσεων των προϊστορικών κατοίκων των Βρετανικών Νησιών ήταν βασισμένη σε μία πλούσια μυθολογία, αλλά τελικά ξεχάστηκε, ελλείψη γραπτών πηγών, με την επικράτηση του Χριστιανισμού. Ο πολιτισμός των Κελτών έχει επίσης να επιδείξει μία σειρά από μεγαλιθικά μνημεία, μεταξύ των οποίων και το Στόουνχετζ του Wiltshire της Αγγλίας (της περιοχής της Μεγάλης Βρετανίας που φέρει σήμερα την ονομασία «Αγγλία») που όμως, όπως θα δείξουμε παρακάτω δεν είναι το πιο εντυπωσιακό από αυτά, παρά του ότι είναι το πλέον γνωστό.
Καλλιτεχνική αναπαράσταση της πεντηκοντόρου του αρχαίου
Έλληνα εξερευνητή Πυθέα του Μασσαλιώτη. Ο Πυθέας, σε
μία εποχή όπου το ενδιαφέρον του ελληνισμού ήταν
στραμμένο στις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην
μακρινή Ανατολή, αποφάσισε να ξεκινήσει ένα ταξίδι με
στόχο την εξερεύνηση της βόρειας θάλασσας που ως τότε
παρέμενε ανεξερεύνητη από τους Έλληνες της κλασικής
εποχής. Στο έργο του "Περὶ Ωκεανοῦ καὶ Γῆς Περίοδος"
που δυστυχώς όμως δεν διασώθηκε παρά αποσπασματικά
ως τις μέρες μας, ο Πυθέας έγραψε για τα νησιά και τους
πολιτισμούς που ανακάλυψε. Το έργο του αυτό ή μάλλον ό,τι
κατάφεραν να διασώσουν απ' αυτό ο Στράβων και άλλοι
μεταγενέστεροί του αρχαίοι συγγραφείς αποτελούν την
μοναδική ιστορική πηγή που διαθέτουμε για τον πολιτισμό
των προϊστορικών Βρετανικών Νησιών. Η μελέτη των
κειμένων του αυτών, αλλά και η σύγκριση τους με τα
αρχαιολογικά ευρήματα των Βρετανικών Νησιών, μπορούν να
μας οδηγήσουν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τον
προϊστορικό εκείνο πολιτισμό που άνθισε στην περιοχή.

Α
λλά για να πάρουμε μία πρώτη ιδέα σχετικά με τον πολιτισμό που υπήρχε στην περιοχή των Βρετανικών Νησιών, ακόμα και χιλιάδες χρόνια μετά την κατασκευή των μεγαλιθικών του μνημείων, αρκεί πιστεύω να αναφερθώ στην πρώτη γραπτή πηγή στην οποία αναφέρεται ο πολιτισμός των αρχαίων Βρετανών. Το πρώτο κείμενο που γράφτηκε για τον πολιτισμό τους ήταν το έργο του Έλληνα εξερευνητή Πυθέα του Μασσαλιώτη. Στο βιβλίο του «Περὶ Ωκεανοῦ καὶ Γῆς Περίοδος» το οποίο δυστυχώς δεν έχει διασωθεί ως τις μέρες μας παρά αποσπασματικά, όπως διασώζει μέσα στο δικό του έργο «Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη» ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, αναφέρει για τους κατοίκους του ακρωτηρίου της Κορνουάλλης ότι: «τῆς γὰρ Πρεττανικῆς κατὰ τὸ ἀκρωτήριον τὸ καλούμενον Βελέριον οἱ κατοικοῦντες φιλόξενοί τε διαφερόντως εἰσὶ καὶ διὰ τὴν τῶν ξένων ἐμπόρων ἐπιμιξίαν ἐξημερωμένοι τὰς ἀγωγάς. οὗτοι τὸν καττίτερον κατασκευάζουσι φιλοτέχνως ἐργαζόμενοι τὴν φέρουσαν αὐτὸν γῆν.» (Διόδωρος Σικελιώτης, στορικ Βιβλιοθήκη, 5.22). Αναφέρει με άλλα λόγια ότι στην εν λόγω περιοχή, όταν την επισκέφτηκε, οι γηγενείς είχαν αναπτύξει έναν αξιόλογο πολιτισμό, πράγμα το οποίο δεν αναφέρει για άλλους λαούς που είχε συναντήσει κατά την διάρκεια του μεγάλου του ταξιδιού στις θάλασσες της βορειοδυτικής Ευρώπης. Και το να μιλήσει έτσι για έναν συγκεκριμένο λαό κάποιος που έχει γνωρίσει στο απόγειό του τον πολιτισμό της ύστερης κλασικής ελληνικής περιόδου, σημαίνει ότι τα λόγια του αυτά είναι κάτι αρκετά παραπάνω από μία απλή «φιλοφρόνηση» προς τον λαό αυτό. Λογικά ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης είδε εκεί πέρα κάτι που τον έκανε να θαυμάσει τον πολιτισμό των ανθρώπων αυτών που, καθώς φαίνεται και καθώς υπονοείται στο ίδιο το κείμενο («δι τν τν ξένων μπόρων πιμιξίαν ξημερωμένοι τς γωγάς»), ήταν οι απόγονοι εκείνων που προμήθευαν τους λαούς της πρωτοϊστορικής Μεσογείου με τον πολύτιμο τότε κασσίτερο που ήταν απαραίτητος για την παραγωγή των μπρούτζινων όπλων και εργαλείων τους. Ίσως μάλιστα η κοινότητα αυτή που συνάντησε ο Πυθέας να ήταν ό,τι είχε απομείνει από ένα μεγάλο παλαιότερο εμπορικό κόμβο εμπορείου του κασσιτέρου μετά την πτώση του κύριου αγοραστή κασσιτέρου στην Μεσόγειο, του Μινωικού πολιτισμού, αλλά και την επανάσταση του σιδήρου που σταδιακά θα αντικαθιστούσε τον μπρούτζο σε όπλα και εργαλεία. Σταδιακά, με το πέρασμα των αιώνων, ο εμπορικός σταθμός της προϊστορική Κορνουάλλης συρρικνώθηκε παράλληλα με την μείωση της ζήτησης κασσιτέρου και εν τέλει σβήστηκε από τον τότε παγκόσμιο εμπορικό χάρτη…
Η
 περιγραφή του Πυθέα του Μασσαλιώτη, όπως αυτή διεσώθη από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη και άλλους μεταγενέστερους συγγραφείς, είναι η μόνη γραπτή αναφορά για τα Βρετανικά Νησιά και τον πολιτισμό τους πριν οι εξωγενείς παράγοντες αλλοιώσουν τα χαρακτηριστικά του. Στους αιώνες που ακολούθησαν το ταξίδι του Πυθέα, τρία αλλεπάλληλα γεγονότα συνέβησαν και αλλοίωσαν ριζικά την εικόνα και τον πολιτισμό των Βρετανικών Νησιών, δίνοντάς τους τελικά μία μορφή πολύ κοντινή στην σύγχρονη πραγματικότητα. 
Π
File:Caesar.jpg
Καλλιτεχνική αναπαράσταση προτομής του
Ρωμαίου στρατηγού Ιουλίου Καίσαρα, ο οποίος
υπήρξε εκείνος που έμελλε να προκαλέσει την
πρώτη καταλυτική αλλαγή στην ιστορία της
Μεγάλης Βρετανίας, αφού με την κατάκτησή
της, έβαλε απότομα μία απομονωμένη
κοινωνία, όπως αυτή των Βρετανικών Νησιών,
σε κατάσταση διαρκούς αλληλεπίδρασης με
ολόκληρη την Ρωμαϊκή Οικουμένη.
ρώτα ο φιλόδοξος Ρωμαίος ηγέτης, ο Ιούλιος Καίσαρ, κατόπιν των επιτυχιών του στην εκστρατεία του για την κατάκτηση της Γαλατίας, αποφάσισε πως είχε έρθει ο καιρός η Ρωμαϊκή Οικουμένη να αγκαλιάσει τα Βρετανικά Νησιά. Ως εκ τούτου εξεστράτευσε στην Μεγάλη Βρετανία και έκανε το νοτιότερο τμήμα της κτήση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επρόκειτο για το σημείο που θα άλλαζε θεμελιωδώς την ιστορία της περιοχής. Ο πολιτισμός των Βρετανών, μετά από μία σχετική απομόνωση τουλάχιστον χιλίων ετών, ξαφνικά δέχεται την παρέμβαση και την επιρροή ενός εξωγενούς πολιτισμού και μάλιστα με χαρακτήρα οικουμενικό. Αυτό σημαίνει πως από το σημείο εκείνο και στο εξής, η χώρα εκείνη ο πολιτισμός της οποίας παρέμεινε αναλλοίωτος και απομονωμένος επί πολλούς αιώνες, θα βρισκόταν σε μόνιμη αλληλεπίδραση με κάθε άλλο πολιτισμό εντός της Ρωμαϊκής Οικουμένης. Θα πρέπει να ήταν κάτι ανάλογο με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτό εμφανίζεται στις μέρες μας, αλλά αφήνοντας στον πολιτισμό που τον δέχεται ελάχιστο χρόνο για να προσαρμοστεί στις επικείμενες αλλαγές…
Έ
πειτα, μία νέα πνευματική δύναμη που χρησιμοποίησε την Ρωμαϊκή Οικουμένη για να εξαπλωθεί και να επικρατήσει, μπόρεσε να φτάσει στα εδάφη και στους λαούς των Βρετανικών Νησιών. Ο λόγος γίνεται σαφώς για την νέα θρησκεία του αναστημένου Ιησού από την Ναζαρέτ που μέσα σε τρεις μόνο αιώνες κατάφερε κυριολεκτικά να επικρατήσει έναντι όλων των άλλων θρησκειών στα πλαίσια της Ρωμαϊκής Οικουμένης. Αλλά αν τα μηνύματα της νέας θρησκείας υπήρξαν μία φορά πρωτοπόρα για τον πυρήνα του ελληνορωμαϊκού κόσμου, φανταστείτε πόσο μεγαλύτερο θα ήταν το χάσμα μεταξύ του βρετανικού πνευματικού κόσμου που ως τότε καθοδηγείτο από την ιρλανδική θρησκεία με την νέα χριστιανική πραγματικότητα της Ευρώπης της πρωτοχριστιανικής εποχής… Ανεξαρτήτως του αν οι θρύλοι περί του Ιερού Δισκοποτήρου και του Ιωάννη της Αριμαθείας θέλουν την πρώτη χριστιανική κοινότητα στα Βρετανικά Νησιά να ιδρύθηκε σχεδόν αμέσως μετά την ίδρυση της νέας θρησκείας, γεγονός αποτελεί ότι, σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ευρώπης, στα Βρετανικά Νησιά, αρχικά τουλάχιστον, πρέπει να υπήρξε έντονος θρησκευτικός συγκρητισμός μεταξύ αρχαίας και νέας θρησκείας. Από τον συγκρητισμό αυτό φαίνεται να δημιουργήθηκε το πνεύμα και η όλη μυθιστορία γύρω από τον μύθο του Βασιλιά Αρθούρου. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, πως μόνο στην περίπτωση των Βρετανικών Νησιών βλέπουμε να δένονται τόσο πολύ στοιχεία της γηγενούς θρησκείας, όπως το μυστηριώδες νησί Άβαλον ή ο μάγος Μέρλιν με στοιχεία του Χριστιανισμού, όπως η αναζήτηση για το Άγιο Δισκοπότηρο. Όπως και να ‘χει, κατόπιν και της τρίτης θεμελιώδους αλλαγής, τα «παγανιστικά» στοιχεία της αρχαίας θρησκείας φαίνεται πως υποχώρησαν, ενώ πολλά απ’ αυτά χάθηκαν για πάντα. Γιατί ενώ θρησκείες όπως αυτή των αρχαίων Ελλήνων ή των Αιγυπτίων δεν χάθηκαν εντελώς με την επικράτηση του Χριστιανισμού, αφού υπήρχαν γραπτές αναφορές πάνω σε αυτές και, όπως θα έλεγαν και οι Ρωμαίοι, «scribta manent» («τα γραπτά μένουν»), στην περίπτωση της αρχαίας Ιρλανδικής θρησκείας που ελλείψη γραφής, αλλά και λόγο του χαρακτήρα της, ουδέποτε είχε καταγραφεί σε ικανοποιητικό βαθμό, η επικράτηση του Χριστιανισμού προκάλεσε τον πλήρη αφανισμό μεγάλου μέρους της, με αποτέλεσμα σήμερα λίγες να είναι οι πληροφορίες που έχουν διασωθεί για αυτήν.

Ficheiro:Boys King Arthur - N. C. Wyeth - p306.jpg
Καλλιτεχνική αναπαράσταση σκηνής από την
θρυλική μάχη του Camlann, προερχόμενη από
το "The Boy's King Arthur". Πρόκειται για την
μάχη την οποία ο βασιλιάς Αρθούρος, σύμφωνα
με τον θρύλο, νίκησε αλλά πληγώθηκε σε αυτήν
θανάσιμα. Κατά πολλούς ερευνητές η ιστορία
της μάχης αυτής αντικατοπτρίζει ιστορικά τους
αγώνες των Ουαλών και των λοιπών γηγενών
κατοίκων της νότιας Μεγάλης Βρετανίας, μετά
την κατάρρευση της ρωμαϊκής διοίκησης της
περιοχής, να απωθήσουν τις ορδές των
Αγγλοσαξόνων που έφτασαν στην μεγαλόνησο
από την ηπειρωτική Ευρώπη. Η εισβολή αυτή
των νέων αυτών πληθυσμών θα αποτελούσε
την τελευταία και μεγαλύτερη αλλαγή στην
ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας. Ο πολιτισμός
της, μοιραία, ποτέ πια δεν θα ήταν ο ίδιος. 
Τ
έλος, η τρίτη και πλέον καταλυτική αλλαγή στην Βρετανία που πέρναγε σιγά-σιγά από την Ύστατη Αρχαιότητα στον Πρώιμο Μεσαίωνα, ήταν σαφώς η εισβολή και η σταδιακή επικράτηση των αγγλοσαξονικών φύλων. Τον καιρό περίπου που στην Κωνσταντινούπολη ήταν Αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός και σχεδίαζε πώς θα ξαναενώσει την Ρωμαϊκή Οικουμένη που είχε δεχτεί ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα από τα προελαύνοντα γερμανικά φύλα, την ίδια περίπου εποχή που στην Ρώμη ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Δύσης, ο Ρωμύλος Αυγουστίλος αναγκάστηκε σε παραίτηση και αναγνώρισε την εξουσία των Οστρογότθων στην καρδιά της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τα αιτήματα για ενισχύσεις στην ρωμαϊκή διοίκηση της Μεγάλης Βρετανίας δεν θα έβρισκαν καμία ανταπόκριση. Οι Αγγλοσάξονες θα αποβιβάζονταν και θα κατατρόπωναν τους εκεί εγκατεστημένους Ρωμαίους. Κατά τον μύθο, θα έβρισκαν μία τελική αντίσταση από τον θρυλικό Βασιλέα Αρθούρο που πρέπει να ηγείτο των Ουαλών. Μετά τον θάνατό του όμως, η εγκατάσταση των Αγγλοσαξόνων στην νοτιοανατολική περιοχή της Μεγάλης Βρετανίας ήταν θέμα χρόνου. Από τότε και στο εξής η περιοχή θα ονομαζόταν Αγγλία, ο τόπος εγκατάστασης της φυλής των Άγγλων. Οι Άγγλοι, μετά την αρχική τους εγκατάσταση στο νησί, σταδιακά θα άρχιζαν να επεκτείνουν τα όρια της κτήσης τους, κατακτώντας σταδιακά το σύνολο του νησιού, αλλά και άλλες περιοχές εκτός αυτού, βαδίζοντας αργά αλλά σταθερά στον δρόμο που οδήγησε στην άνθιση της Αγγλικής Αυτοκρατορίας που θα έφτανε στο απόγειό της στις αρχές του 20ού αιώνα.
Ω
ς εκ τούτου, μετά τις εν λόγω αλλαγές τα Βρετανικά Νησιά ποτέ δεν θα ήταν τα ίδια, ενώ ο πολιτισμός τους θα είχε υποστεί τεραστίων διαστάσεων αλλαγές. Για τον πολιτισμό των Βρετανικών Νησιών πριν την βρετανική εκστρατεία του Ιουλίου Καίσαρα, όπως είπαμε, οι αναφορές αρχαίων συγγραφέων στο ταξίδι του Πυθέα του Μασσαλιώτη στην περιοχή, αποτελούν την μόνη ιστορική πηγή για τον πολιτισμό αυτό. Αλλά για έναν πολιτισμό δεν αντλούμε στοιχεία μόνο από τις γραπτές ιστορικές πηγές. Όταν άλλωστε μιλάμε για προ-ιστορία, είναι δεδομένο ότι δεν υπάρχει γραφή και άρα ούτε και γραπτές πηγές… Εδώ τα στοιχεία αντλούνται από μία άλλη επιστήμη: την αρχαιολογία.
Η
 αλήθεια είναι πως τα Βρετανικά Νησιά αποτελούν τόπο πολύ πλούσιο σε αρχαιολογικά ευρήματα, αν και τα περισσότερα εξ αυτών δεν είναι ευρέως γνωστά. Πολλά από τα εν λόγω αρχαιολογικά ευρήματα είναι κτίσματα μνημειακών μεγεθών, φτιαγμένα από λίθο. Το Στόυνχετζ αποτελεί κλασικό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των βρετανικών μεγαλιθικών μνημείων, δεν αποτελεί όμως το πλέον εντυπωσιακό από αυτά. Τα μεγαλιθικά μνημεία των προϊστορικών Βρετανικών Νησιών είναι κτίσματα όπου λάμβαναν χώρα τελετουργίες ή ταφικά μνημεία ή ακόμα κτίσματα που χρησιμοποιούνταν για αστρονομικής φύσεως παρατηρήσεις! Τα περισσότερα εξ αυτών φαίνεται να χτίστηκαν μεταξύ της τέταρτης και της τρίτης προχριστιανικής χιλιετίας, περίοδος που συμπίπτει με την ανάπτυξη των μεγάλων πρωτοϊστορικών πολιτισμών της ανατολικής Μεσογείου, όπως ο Μινωικός και ο Αιγυπτιακός, με την έναρξη της εποχής του Χαλκού για την ανατολική Μεσόγειο, οπότε και ο κασσίτερος των Βρετανικών Νησιών ξαφνικά απέκτησε αξία, αλλά και με την έναρξη της κατασκευής μεγαλιθικών μνημείων και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, όπως οι Πυραμίδες της Γκίζας στην Αίγυπτο. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι μάλλον ο παράγων που πυροδότησε την ανάπτυξη του προϊστορικού Βρετανικού πολιτισμού και την κατασκευή των μνημείων του ήταν το ξαφνικό και ανέλπιστο για τους τότε κατοίκους των βρετανικών νησιών ενδιαφέρον των μεγάλων δυνάμεων της Μεσογείου για ένα μετάλλευμα των εδαφών τους που για εκείνους ως τότε δεν είχε καμία απολύτως αξία. Από τότε και για όλη την διάρκεια της μεσογειακής εποχής του Χαλκού πρέπει στα νησιά να υπήρξε σημαντική «οικονομική» ανάπτυξη που με την σειρά της οδήγησε σε πολιτισμική ανάπτυξη.
Έ
να σημαντικό είδος μνημείων των Βρετανικών Νησιών είναι τα μεγαλιθικά ταφικά μνημεία, κάποια από τα οποία έχουν ομοιότητες με τους θολωτούς τάφους της Μυκηναϊκής περιόδου. Όπως οι Μυκηναίοι συνήθιζαν να θάβουν τους άνακτές τους κάτω από τεχνητούς λόφους, μέσα στους περίφημους θολωτούς τάφους, έτσι και οι προϊστορικοί κάτοικοι των Βρετανικών νησιών συνήθιζαν να ανορθώνουν τεχνητούς λόφους ως τάφους για τους σημαντικούς νεκρούς τους. Όπως και οι τάφοι των Μυκηναίων ανάκτων, έτσι και οι τάφοι των σπουδαίων εκείνων Βρετανών θα ήταν κτίσματα κυκλικά, λίθινα, χτισμένα με τρόπο τέτοιο ώστε εξωτερικά να μοιάζουν με φυσικό λόφο και με μία (τουλάχιστον) είσοδο που όμως θα παρέμενε ανοιχτή. Αν και οι βρετανικοί τάφοι δεν έχουν την τριγωνική οπή των θολωτών τάφων των Μυκηνών (που διευκόλυνε στην κατανομή του βάρους της κατασκευής), αυτή η μικρή διαφορά δεν αποκλείει την περίπτωση να υπήρξε κάποια αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο πολιτισμών.
Έ
Το ταφικό μνημείο του Bryn Celli Ddu στην βόρεια Ουαλία.
Όπως και οι Μυκηναίοι στην Ελλάδα, έτσι και οι Κέλτες
στην Ουαλία συνήθιζαν να υψώνουν τεχνητούς λόφους από
λίθο, καλυμμένους από χώμα ώστε να μοιάζουν με φυσικούς
λόφους, προκειμένου να τιμήσουν τους πιο σπουδαίους από
τους νεκρούς τους. Αν και ομολογουμένως υπάρχουν και
αρκετές διαφορές, οι ομοιότητες των μνημείων αυτών με
τους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους είναι εκπληκτικές, ενώ
η σύγκρισή τους με αυτούς πραγματικά ενδιαφέρουσα.
να παράδειγμα τέτοιο τάφου στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι το Bryn Celli Ddu ή «η τούμπα στο σκοτεινό άλσος», όπως σημαίνει το κέλτικο όνομά του. Το εν λόγω μεγαλιθικό ταφικό μνημείο βρίσκεται στο νησί Anglesey της Ουαλίας, κοντά στην κοινότητα Llanddaniel Fab. Το μνημείο αυτό φαίνεται να ανηγέρθη περί το 3000 προ Χριστού, την εποχή δηλαδή που για τον μεσογειακό κόσμο θα άρχιζε η εποχή του Χαλκού. Σε σχέση με τους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους, εκτός από την έλλειψη του τριγωνικού ανοίγματος στο πάνω μέρος της εισόδου, διαφέρει και ως προς τον αριθμό των εισόδων, αφού στο πίσω μέρος του υπάρχει και δεύτερη είσοδος.
Μ
εγαλιθικά ταφικά μνημεία υπάρχουν και σε άλλα σημεία, τόσο του Ηνωμένου Βασιλείου, όσο και της Ιρλανδίας. Για παράδειγμα, στο νησί Anglesey εκτός από το Bryn Celli Ddu, υπάρχουν και το Barclodiad y Gawres, το κέλτικο όνομά του οποίου σχετίζεται με τους Γίγαντες, ανθρωπόμορφα όντα υπερφυσικού μεγέθους. Αξιοσημείωτο είναι όπως πολλά μεγαλιθικά μνημεία πολλών πολιτισμών της εποχής, όπως για παράδειγμα τα Κυκλώπεια Τείχη στην Ελλάδα, αποδίδονταν από τους μεταγενέστερους κατοίκους της περιοχής σε υπερφυσικά γιγαντιαία όντα, όπως οι Γίγαντες, οι Κύκλωπες και άλλα μυθολογικά όντα. Το Barclodiad y Gawres χρονολογείται στην Νεολιθική εποχή και είναι και αυτό ένας σκεπασμένος με χώμα κυκλικού σχήματος τάφος, μέσα στον οποίο οι αρχαιολόγοι βρήκαν δύο αποτεφρωμένους νεαρούς άνδρες. Το εσωτερικό του έχει σχήμα σταυροειδές, κάτι που εντοπίζεται σε ορισμένους τάφους του προϊστορικού βρετανικού πολιτισμού, μεταγενέστερους του 3500 προ Χριστού. Το εν λόγω μεγαλιθικό μνημείο βρίσκεται μεταξύ των ουαλικών χωριών Aberffraw και Rhosneigr.
Ά
λλα ταφικά μεγαλιθικά μνημεία στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχουν σε διάφορες περιοχές του. Κλασικά παραδείγματα αποτελούν το Silbury Hill στο Wiltshire της Αγγλίας που άρχισε να κατασκευάζεται περί το 2400 προ Χριστού (που είναι σχετικά πρόσφατο σε σχέση με τα δύο προηγούμενα), αλλά και το West Kennet Long Barrow στην ίδια περιοχή η κατασκευή του οποίου χρονολογείται περί το 3600 προ Χριστού και το Maeshowe στο Mainland των νησιών Orkney της Σκωτίας η κατασκευή του οποίου χρονολογείται από το 2800 προ Χριστού. Ειδικά στην περίπτωση του Maeshowe της Σκωτίας μάλιστα, οι ομοιότητες με τους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους είναι περισσότερες απ’ ότι στις προηγούμενες περιπτώσεις καθώς, τόσο το ύψος του, όσο και στον τρόπο κατασκευής της κάθε εισόδου που στην περίπτωση αυτή διαθέτει και δρόμο, όπως συμβαίνει με τους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους. Η έλλειψη τριγωνικής οπής πάνω από τις εισόδους και η δεύτερη είσοδος φαίνεται να είναι η κύριες διαφορές με του θολωτούς τάφους της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής.

Ένας ακόμη μεγαλιθικός τάφος, αυτή την φορά στην Σκωτία.
Το Maeshowe είναι ένα ταφικό μνημείο που επίσης φέρει
σημαντικές ομοιότητες με τους αρχαίους μυκηναϊκούς
θολωτούς τάφους. Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο
εν λόγω μεγαλιθικό μνημείο είναι το γεγονός ότι σε αυτό,
όπως φαίνεται και στην παραπάνω φωτογραφία, υπάρχει,
όπως και στους θολωτούς τάφους, ένα είδος δρόμου,
σαν και αυτούς των τάφων των αρχαίων μυκηναίων ανάκτων.
Φ
εύγοντας από το θέμα των ταφικών μνημείων και παραμένοντας στην περιοχή των νησιών Orkney της Σκωτίας, δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε τους αρχαιολογικούς χώρους των προϊστορικών νησιών Orkney, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το Maeshowe. Οι εν λόγω αρχαιολογικοί χώροι έχουν μεγάλη σημασία γιατί πρόκειται για έναν χώρο όπου προϊστορικοί οικισμοί φαίνεται να κατοικήθηκαν από ανθρώπους ήδη από τα τέλη της Παλαιολιθικής Εποχής και να παρέμειναν κατοικήσιμοι για χιλιετίες, ακόμα και μετά την έλευση των Ρωμαίων στην Μεγάλη Βρετανία, τον πρώτο προχριστιανικό αιώνα. Οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής φαίνεται να εγκαταστάθηκαν στην περιοχή την 11η χιλιετία προ Χριστού, αμέσως δηλαδή μετά την υποχώρηση των παγετώνων που ως την εποχή εκείνη κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των Βρετανικών Νησιών… Οι οικισμοί αυτοί φαίνεται πως συνέχισαν να υφίστανται στην Μεσολιθική και στην Νεολιθική εποχή, στην εποχή του Χαλκού και στην εποχή του Σιδήρου. Τα κτήρια που χτίστηκαν στην περιοχή είναι κτήρια λίθινα, πολλά εξ αυτών κυκλικά στο σχήμα, ενώ το μέγεθος και ο τρόπος με τον οποίο έχουν τοποθετηθεί οι λίθοι σε αυτά θυμίζουν έντονα την τεχνοτροπία κατασκευής των μεγαλιθικών μνημείων της Μεσογείου. Όπως δηλαδή στην Μεσόγειο βλέπουμε μεγαλιθικά μνημεία, οι πέτρες των οποίων φαίνεται να έχουν λειανθεί για να εφαρμόζουν ακριβώς η μία πάνω στην άλλη, χωρίς την διαμεσολάβηση ενδιαμέσου κολλητικού υλικού, έτσι και στην περιοχή αυτή της Σκωτίας, οι πέτρες των κτισμάτων φαίνεται να έχουν τοποθετηθεί με παρόμοιο τρόπο. Κάτι ανάλογο μπορεί κανείς να δει και στις μυκηναϊκές πόλεις της Ελλάδας, με διαφορές κυρίως στο μέγεθος και στην στοίχιση των λίθων. Οι ομοιότητες όμως είναι και πάλι θαυμαστές. Προϊόντος δε του χρόνου, στην περίπτωση της στοίχισης των λίθων που στην Σκωτία, αρχικά, ήταν πολύ πιο ατελής, φαίνεται να τελειοποιείται και να έρχεται ένα ακόμα βήμα πιο κοντά στα μεσογειακά πρότυπα.
Α
νάμεσα στα υλικά κατάλοιπα της περιοχής, εκτός από το Maeshowe, συγκαταλέγονται και ο οικισμός Skara Brae που κατοικήθηκε από το 3180 μέχρι το 2500 προ Χριστού. Ο εν λόγω παραθαλάσσιος οικισμός είναι ο πλέον πλήρης προϊστορικός οικισμός που έχει διασωθεί σε ολόκληρη την βόρεια Ευρώπη. Τα κτίσματα του οικισμού του Skara Brae παρουσιάζουν και αυτά ομοιότητες, αλλά έχουν και έντονες ιδιαιτερότητες, συγκρινόμενα με τα κτίσματα των αντίστοιχων μεσογειακών νεολιθικών οικισμών. Κύρια διαφορά μεταξύ μεσογειακών και σκωτσέζικων προϊστορικών κτισμάτων στην περίπτωση αυτή, πως τα δεύτερα είναι χτισμένα κάτω από το έδαφος, πιθανότατα για να επιτυγχάνεται η καλύτερη θερμική μόνωση κατά την διάρκεια του κρύου σκωτσέζικου χειμώνα.
Ά
File:Ring of Brodgar in Orkney.jpg
Ο δακτύλιος του Μπρόντγκαρ (Ring of Brodgar) είναι ένα
κλασικό παράδειγμα λίθινου δακτυλίου στην Σκωτία. Οι
λίθινοι δακτύλιοι είναι ένα είδος μεγαλιθικών μνημείων που
αποτελούνται από μεγαλίθους σε κυκλική διάταξη.
Η κατασκευή και η χρήση των μνημείων αυτών πρέπει να
σχετιζόταν με την θρησκεία των προϊστορικών κατοίκων των
Βρετανικών Νησιών, ενώ παράλληλα ορισμένα εξ αυτών
δύνανται να χρησιμοποιηθούν - πλην των άλλων - και για
σκοπούς φύσεως αστρονομικής.
λλοι αρχαιολογικοί χώροι στην περιοχή είναι το Burroughston Broch που ανάγεται στην εποχή του Σιδήρου, το Knap of Howar που κατοικήθηκε από το 3700 ως το 2800 προ Χριστού, ο νεολιθικός οικισμός Barnhouse, αλλά και ο Δακτύλιος του Μπρόντγκαρ (Ring of Brodgar), ένας δακτύλιος από όρθιους μονολίθους που πρέπει να ανηγέρθη κατά το δεύτερο ήμισυ της τρίτης προχριστιανικής χιλιετείας, πιθανότατα για σκοπούς θρησκευτικούς.
Έ
να ακόμα μέρος με πλούσια προϊστορική ιστορία στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως μας διαβεβαιώνει και ο Στράβων, ήταν η Κορνουάλλη, στην οποία όντως λάμβανε χώρα εξόρυξη κασσιτέρου κατά την μεσογειακή εποχή του Χαλκού. Στην περίπτωση της Κορνουάλλης, τα αρχαιολογικά ευρήματα έρχονται να επιβεβαιώσουν τα λόγια του Πυθέα που ο Στράβων παραθέτει, όπως είδαμε και πρωτύτερα, στο έργο του ότι: «οἱ κατοικοῦντες φιλόξενοί τε διαφερόντως εἰσὶ καὶ διὰ τὴν τῶν ξένων ἐμπόρων ἐπιμιξίαν ἐξημερωμένοι τὰς ἀγωγάς.» (Διόδωρος Σικελιώτης, στορικ Βιβλιοθήκη, 5.22), ότι δηλαδή οι κάτοικοι της περιοχής ήταν (από παλιά) συνηθισμένοι στο εξαγωγικό εμπόριο, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί πως ήταν συνηθισμένοι επειδή παλαιότερα η περιοχή ήταν σημαντικό εμπορικός κόμβος. Όντως, όσον αφορά τον κασσίτερο, τον οποίο αναφέρεται αλλού στο ίδιο κείμενο ότι εξήγαγαν οι κάτοικοι της προϊστορικής Κορνουάλλης, έχουν βρεθεί στην περιοχή προϊστορικά ορυχεία κασσιτέρου, τα οποία φαίνεται να λειτουργούσαν κατά την διάρκεια της εποχής του Χαλκού, από το 2150 περίπου και ύστερα. Μέχρι την εποχή της επανάστασης του Σιδήρου, πρέπει η περιοχή να ζούσε από την εξαγωγή του κασσιτέρου. Ύστερα, δεδομένης της μείωσης του ενδιαφέροντος από τους λαούς της Μεσογείου, το εξαγωγικό εμπόριο πρέπει να περιορίστηκε κατά πολύ και η κοινωνία της Κορνουάλλης να έκανε μία σημαντική στροφή προς την γεωργική οικονομία.
Α
κόμα, στο έργο του Στράβωνος πάλι, υπάρχει μία ακόμα αναφορά που κατά ορισμένους μελετητές σχετίζεται με τους Βρετανούς της προϊστορικής εποχής, την οποία αποδίδει στον Εκαταίο τον Αβδηρίτη, τον φιλόσοφο, ο οποίος, αφού λέει ότι: «ῶν γὰρ τὰς παλαιὰς μυθολογίας ἀναγεγραφότων Ἑκαταῖος καί τινες ἕτεροί φασιν ἐν τοῖς ἀντιπέρας τῆς Κελτικῆς τόποις κατὰ τὸν ὠκεανὸν εἶναι νῆσον οὐκ ἐλάττω τῆς Σικελίας. ταύτην ὑπάρχειν μὲν κατὰ τὰς ἄρκτους, κατοικεῖσθαι δὲ ὑπὸ τῶν ὀνομαζομένων Ὑπερβορέων ἀπὸ τοῦ ποῤῥωτέρω κεῖσθαι τῆς βορείου πνοῆς» (Διόδωρος Σικελιώτης, στορικ Βιβλιοθήκη, 2.47), ότι δηλαδή πέρα από την χώρα των Κελτών (εννοείται: την Γαλατία) υπάρχει ένα νησί μεγαλύτερο της Σικελίας όπου κατοικεί ο λαός των Υπερβορείων, παρακάτω αναφέρει για τους κατοίκους της ότι «πρὸς τοὺς Ἕλληνας οἰκειότατα διακεῖσθαι, καὶ μάλιστα πρὸς τοὺς Ἀθηναίους καὶ Δηλίους, ἐκ παλαιῶν χρόνων παρειληφότας τὴν εὔνοιαν ταύτην.» (Διόδωρος Σικελιώτης, στορικ Βιβλιοθήκη, 2.47), ότι δηλαδή η στάση τους προς τους Έλληνες και ειδικότερα προς τους Αθηναίους και τους Δηλίους ήταν πολύ φιλική λόγω των παλαιότερων μεταξύ τους σχέσεων. Με άλλα λόγια, αν οι Πρεττανοί του Πυθέα του Μασσαλιώτη και οι Υπερβόρειοι του Εκαταίου του Αβδηρίτη είναι η ίδια φυλή ανθρώπων, τότε ο Εκαταίος που γι’ αυτούς φαίνεται να πληροφορήθηκε από τους παλαιές γνώσεις (μύθους) στις οποίες μπορούσε να έχει πρόσβαση, τόσο σε Ελλάδα, όσο και σε Αίγυπτο, μας δίνει την πληροφορία ότι η φιλικότητα και η «φιλοξενία» των κατοίκων της Κορνουάλλης την οποία εξαίρει, κατά τον Στράβωνα, ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης, οφείλεται σε παλαιότερες εμπορικές επαφές των Ελλήνων με τους Βρετανούς. Η δε ειδική αναφορά στους κατοίκους της Δήλου μπορεί και να μαρτυρά επαφή με την προϊστορική Βρετανία και του ακόμα παλαιότερου Κυκλαδικού πολιτισμού.
Μ
εταξύ των άλλων, απόδειξη του ότι όντος υπήρχε επικοινωνία και εμπορικές σχέσεις μεταξύ πρωτοϊστορικής Μεσογείου και προϊστορικής Μεγάλης Βρετανίας, αποτελούν και τα ευρήματα που, ενώ είναι μεσογειακής προέλευσης, ανακαλύπτονται σε διάφορα σημεία της βρετανικής μεγαλονήσου. Ένα τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο-εύρημα είναι και το υστεροελλαδικό ξίφος του 14ου ή 13ου αιώνα προ Χριστού που βρέθηκε ως κτέρισμα σε έναν τάφο στο Wessex της Αγγλίας, για το οποίο διαβάζουμε στο βιβλίο της καθηγήτριας Stephanie Lynn Budin, «The ancient Greeks, Un intorduction» (εκδόσεις Oxford University Press), στην σελίδα 53.

Το Mên-an-Tol , ένα από τα πλέον ιδιόρρυθμα μνημεία
που έχει να επιδείξει ο προϊστορικός βρετανικός πολιτισμός.
Το εν λόγω μνημείο της Κορνουάλλης, αν και δεν ομοιάζει
με κανένα άλλο μνημείο των Βρετανικών Νησιών, φαίνεται
να σχετίζεται με την γηγενή θρησκεία, τις τοπικές
παραδώσεις και - γιατί όχι; - με την πολιτισμική ιδιαιτερότητα
των κατοίκων της Κορνουάλλης που παραδέχεται στο έργο
του ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης. 
Ό
σον αφορά τα λίθινα μνημεία της περιοχής, το πλέον γνωστό είναι το Mên-an-Tol, το κέλτικο όνομα του οποίου σημαίνει «η τρύπια πέτρα», ένα αξιοθέατο που αποτελείται από τρεις όρθιους λίθους και βρίσκεται κοντά στο χωριό Madron. Η κεντρική πέτρα του Mên-an-Tol είναι στρογγυλή με μία επίσης στρογγυλή τρύπα στην μέση και αυτό είναι που έδωσε στο μνημείο το όνομά του. Το όχι και τόσο μεγάλων διαστάσεων μνημείο είναι γνωστό διότι παλαιότερα θεωρείτο ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες, ενώ υπήρχαν αρκετοί τοπικοί θρύλοι που μιλούσαν γι’ αυτό. Η κατασκευή του τοποθετείται χρονικά στο μεταίχμιο μεταξύ των εποχών του Λίθου και του Χαλκού και πιθανότητα σχετιζόταν με κάποια προϊστορική θρησκευτική παράδοση.


...και έπεται συνέχεια στο Β΄ μέρος του άρθρου.